O σκυλάκος μου ο Willy

O σκυλάκος μου ο Willy
Το Free Willy παίρνει άλλη έννοια :P
Powered By Blogger

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008

Γυναίκες τριγύρω πολλές....

Λοιπόν τα πράγματα είναι απλά. Οι γυναίκες είναι ανικανοποίητες και πάρτε το χαμπάρι. Τι θα πεί «είναι υπερβολική»; Άσε που αν το πείς και μπροστά της θα σου αποδείξει αμέσως πως εσύ είσαι ο υπερβολικός. Μάλιστα, όλο το προηγούμενο βράδυ καθόταν στο κρεβάτι της (ίσως μιλούσε και με την κολλητή της στο τηλέφωνο) και έκανε πρόβες για τη στιγμή που θα δεί αυτή τη μικρή φλεβίτσα στο μέτωπο σου να πετάει. «Δεν κατάλαβα νευρίασες τώρα; Λες εμένα υπερβολική αλλά εσύ είσαι χειρότερος! Κοίτα τι έγινε και αμέσως εσύ να βρείς λόγο να νευριάσεις. Σύγνώμη δηλαδή εγώ ξέρεις πόσες φορές έκανα υπομονή όταν μου ‘σπαγες τα νέυρα με όλους τους ηλίθιους φίλους σου...και....και....»... σας θυμίζει κάτι;
Αυτή είναι μια κλασσική αντίδραση κοπέλας της οποίας επαναστατούν οι ορμόνες της. Φυσικά δεν θα την πληρώσεις εσύ... από τον πρώτο μήνα. Συνήθως οι κοπελιές σας περιμένουν κανα δυό μήνες πρίν αρχίσουν τα μά και τα μη. Δε λέμε πως είναι όλες υπερβολικές βέβαια!! Το ξέρετε κι εσείς ότι κάπου έχετε χεσμένη τη φωλιά σας και εμείς οι κοπέλες βρίσκουμε και κάνουμε. Απλό.
Μπορεί να ρίξεις τα μούτρα σου και να της πείς συγνώμη για κάτι που έκανες και τη χάλασε. Αλλά νομίζω όλοι ξέρουμε τι θα ακούσει μετά αυτή η έρμηηη η κολλητή. «Ακου εκεί συγνώμη! Τι θα πεί συγνώμη; Μετά από όσα έγιναν και όλα όσα έκανε γυρνάει λέει ένα απλό συγνώμη και φεύγει! Ε όχι ρε συ! Καλά τα λένε ρε! Απ’ όταν βγήκε η συγνώμη χάθηκε το φιλότιμο!». Αν νομίζεις ότι έκανες μεγάλη μαλακία και μόνο που ζήτησες συγνώμη, άκου τι θα γινόταν αν τελικά δεν ζητούσες. «Έλεος ρε! Ο ηλίθιος, ο αναίσθητος που ούτε μια φορά δεν γύρισε να μου πεί ‘συγνώμη για όλα αυτά που έκανα ήταν λάθος μου!’ μόνο μου μιλάει λές και δεν έχει γίνει τίποτα απολύτως! Ένα συγνώμη θα μου αρκούσε δεν είμαι και υπερβολική! Αλλά αυτός είναι ζώο...». Ελπίζω τώρα να μπορείς να πάρεις την απόφαση σου γνωρίζοντας τα αποτελέσματα. Ύστερα, πες ότι θές να της πείς ένα «σ’ αγαπώ» για πρώτη φορά. ΠΡΟΣΟΧΗ! Οι κοπέλες του σήμερα είναι κάπως πιο συγκρατημένες. Ή θα είναι από τις δυναμικές που θα γυρίσουν να σου πούν ότι και μόνο που το ακούσανε ξενερώσανε ή θα το κρατήσουν μέχρι να πάνε σπιτάκι τους. Κλάσσικά λοιπόν, (ναι, το τηλέφωνο στην κολλητή μετά την έξοδό σας για πλήρη αναφορά, είναι απαραίτητο) η κοπέλα θα το συζητήσει με την φιλενάδα της. Ε, τώρα πρόσεξε. Υπάρχουν δύο σενάρια. Ή η κολλητή θα της πεί ότι αυτό που της είπατε είναι κάτι το υπέροχο, που δεν το λένε εύκολα τα αγόρια και ότι φυσικά δεν φαινόσασταν τόσο ευαίσθητος τύπος, ενώ η Χ κοπέλα σας θα λέει ότι νοιώθει πως την κοροϊδέυετε (που αυτό κάνετε). Από την άλλη, υπάρχει η πιο συνηθισμένη περίπτωση του φιδιού. Η κολλητή κάνει τα πάντα για να πείσει την Χ κοπέλα σας ότι την κοροϊδεύτετε (που αυτό κάνετε). Όπως και να χει δηλαδή, οι πράξεις σας θα είναι πάντα αμφιλεγόμενες. Η κοπέλα σας θα επηρεάζεται αλλά χωρίς να το δείχνει ιδιαίτερα. Αλλά υπάρχει η στιγμή της δικαίωσης της κολλητής σε κάθε love story. Όλο και κάποια μαλακία θα κάνετε πάλι και τότε θα έρθει πάλι αυτή η κοινή Χ κοπελίτσα που τα ‘χετε για να σας πεί μές τη μάπα «το ‘ξερα ρε! Καλά μου έλεγε η Μάγδα ότι είσαι ένα γουρούνι και τίποτα άλλο». Γουρούνια του κόσμου ενωθείτε. Η κοινότητα σας δέχεται πλήγμα.
Πάντα στη ζωή μιας γυναίκας έρχεται η στιγμή που λέει «έπρεπε να είχα πάει με τον Αλέξη από το Κολωνάκι που θα με πήγαινε στα καλύτερα και θα μου έπαιρνε τα πιο τέλεια δώρα κτλ. Κτλ.». Υπάρχει και η στιγμή όμως στη ζωή της γυναίκας που είναι με τον Αλέξη από το Κολωνάκι που λέει «Τι να τον κάνω τον Αλέξη; Εγώ ήθελα μια ζωή με έναν απλό άνθρωπο, να μπορώ να βγώ έξω με την ρόμπα που λέει ο λόγος! Δεν αντέχω που λείπει όλη μέρα και πρέπει να κάνω παρέα με όλα τα φλωράκια μόνο και μόνο για να κρατήσουμε τις συμφωνίες». Ναι εντάξει, όπως θα έχετε καταλάβει οι κοπέλες σκέφτονται πάντα τι θα είχε γίνει αν είχαν διαλέξει άλλο δρόμο. Το θέμα είναι να τις συμπεριφέρεστε έτσι ώστε να πουν τουλάχιστον «Δεν το μετανοιώνω, θα μπορούσα να έχω περάσει και καλύτερα αλλά δεν το θεώρησα χαμένο χρόνο αυτό που έζησα». Και αυτό είναι καθαρά στο χέρι σας. Τώρα αν δεν είστε ούτε ο Αλέξης με τα δώρα ούτε ο απλός άνθρωπος των Δυτικών προαστείων τότε λυπάμαι την κοπελιά που θα γκαβωθεί και θα σας αγαπήσει.
Μην ανησυχείτε όμως ρε παιδιά γιατί το νόημα απ’ όλα αυτά είναι ότι αν μια γκόμενα θέλει να φύγει, θα φύγει και τέλος. Το σημαντικό είναι να φύγει με ειλικρίνεια, «έφυγα γιατί σε βαρέθηκα», «μ’ αρέσει άλλος», «μου φέρεσαι άσχημα». Όχι όμως και να σου λέει «θέλω απλά να μείνω μόνη μου, αξίζεις κάτι παραπάνω από εμένα...» και τα κλασσικά, και το ίδιο βράδυ να ακούς ότι πήγε με ένα γκομενάκι που γνώρισε στην πλατεία.

Υ.Γ. δεν ξέρω κατά πόσο σας ενδιαφέρει αυτό το άρθρο αφού ως γνωστόν τα αγόρια δεν ασχολούνται με τόσο ταπεινά πράγματα όπως τα συναισθήματα, για παράδειγμα.

Υ.Γ. 2 Τα παραπάνω στοιχεία αντλήθηκαν από αντιδράσεις και συμπεριφορές της μάζας και όχι της δικιάς σας!! Εσείς φυσικά και είστε τα καλύτερα παιδιά του κόσμου που δεν πρόκειται ποτέ να γίνεται χαμένα κορμιά σαν κάποιους κάποιους (μα δεν ντρέεεεπονται λιγάκι;)

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2008

Ύπνος, του καταπληκτικού συναδέλφου Φοίβου Κρανιωτάκη :P

Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι να βλέπω είναι χρώματα, χρώματα που κινούνται συνέχεια από δώ κι από κει σε μία αέναη συνέχεια. Όλα τα χρώματα του φάσματος συνδυασμένα σε ένα πολύχρωμο κουβάρι που πηδάει συνέχεια από δω και από κει σαν να παίζει με αυτό μια αόρατη γάτα. Μια συνεχής κίνηση από την οποία ξεπηδάνε διάφορες μορφές οι οποίες δεν παίρνουν μορφή απλά παραμένουν σχήματα χρώματος στο μαύρο φόντο του χώρου… έναν χώρο που δεν μπορώ και να προσδιορίσω τόσο καλά… οι μορφές αυτές δίνουν την θέση τους σε εικόνες, πολύχρωμες, τυχαίες, απίστευτες εικόνες οι οποίες συνέχεια αλλάζουν και συνέχεια κινούνται και ενώ προλαβαίνω να τις δώ δεν προλαβαίνω να τις συγκρατήσω, σαν να βλέπεις ένα καρέ πολλών λήψεων στο σινεμά αλλά να προλαβαίνεις να συγκρατείς-έστω και για λίγο, έτσι ώστε να μπορείς να τα κατανοήσεις-τα διαφορετικά καρέ που διαδέχονται με απίστευτη ταχύτητα το ένα το άλλο. Τις εικόνες δεν αργεί να διαδεχτεί ο τόσο πολύτιμος ήχος ο οποίος μου γαργαλάει τα αυτιά και μετατρέπει αυτό το βωβό σινεμά μια κινηματογραφική πανδαισία στην οποία πρωταγωνιστώ άλλες φορές και άλλες απλά παρατηρώ-πράγμα που προτιμώ περισσότερο έχω να πω… Καθώς εικόνες και ήχοι περνάνε δίπλα και γύρω μου και γεμίζουν αυτόν τον μαύρο κόσμο νιώθω ένα συναίσθημα απελευθέρωσης και απόλυτου ελέγχου ενώ ταυτόχρονα παρατηρώ ότι είμαι απολύτως κλεισμένος σε αυτόν τον νέο κόσμο και ότι πραγματικά δεν έχω καμία εξουσία που να μπορώ να ασκήσω πάνω του έτσι ώστε να κάνω κάτι γι αυτό παρά μόνο μπορώ να αφήσω τη μοίρα της κάθε ιστορίας που περνάει μπροστά απ’τα μάτια μου να με κατευθύνει στο αποτέλεσμα που επιθυμεί αυτή… καθώς εισέρχομαι σε κάθε ιστορία νιώθω να είμαι όπως οι πρωταγωνιστές σε μια ταινία, παίζουν, αλλά δεν μπορούν να αλλάξουν το σενάριο ενώ παράλληλα κάποιες φορές νιώθω και σαν σκηνοθέτης… σαν να έχω συνειδητή εξουσία πάνω σε αυτή την περίεργη και κάποιες φορές απόκοσμη πλοκή…
Ξαφνικά… έτσι χωρίς κάποια προειδοποίηση ή κάποιο προμήνυμα για την επερχόμενη ‘καταστροφή’ σαν κάτι να αρχίζει να αλλάζει, στην αρχή δεν φαίνεται πολύ και έτσι δεν το αντιλαμβάνομαι αλλά μετά σαν μια θεϊκή παρέμβαση από έναν άλλον κόσμο όλα αρχίζουν να αλλάζουν… οι ήχοι αρχίζουν σιγά-σιγά να ξεθωριάζουν δίνοντας τη θέση τους σε άλλους, όπως το τρίξιμο των τριζονιών για παράδειγμα(που ακούγονται από το δασάκι στο οποίο βλέπει το δωμάτιο μου), πιο τραχύς και πιο ‘πραγματικούς’ στο άκουσμα-αλλά σκεπτόμενος αντιλαμβάνομαι ότι δεν έχω δικαίωμα να τους αποκαλώ έτσι… πως ξέρω τι είναι πραγματικό αφού οι μνήμες αυτού του κόσμου έχουν ήδη αρχίσει να χάνονται μες στο μυαλό μου όπως ακριβώς και οι εικόνες ακολουθούν τον ήχο και χάνονται σιγά-σιγά και αυτές όπως ακριβώς σβήνει η φλόγα ενός κεριού… χάνονται σαν τα θολά απομεινάρια σε κάποιες παλιές και από-καιρό χαμένες φωτογραφίες στο πίσω μέρος του εγκεφάλου μου. Τελικά αυτό το συνονθύλευμα με βρίσκει κάπου ανάμεσα στους δύο κόσμους να ψάχνω τα κομμάτια μου ενώ ο ένας έχει ήδη αρχίσει να παίρνει τη θέση του άλλου πανηγυρικά…
Το πανηγύρι τελειώνει και εγώ ανακτώντας τις αισθήσεις μου βγαίνω από τον έναν κόσμο και πηδάω στον άλλον χωρίς να το θέλω και χωρίς να φαντάζομαι τι θα βρω στην άλλη άκρη του τούνελ…
Το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνομαι είναι αυτός ο φριχτός πονοκέφαλος που επικεντρώνεται στο κεντρικό μέρος του μετώπου μου κάνοντας με να καταλαβαίνω ότι τώρα πια πατάω στην πραγματικότητα και ότι τα πάντα γυρίζουν ασταμάτητα μες στο κεφάλι μου σαν να έχω παγιδευτεί σε μια γιγαντιαία δίνη…
Η πόρτα για τον άλλον κόσμο δεν είναι μακριά και με τραβάει ξανά προς το μέρος της αλλά η αφόρητη ζέστη του χώρου γύρω μου δεν με αφήνει να ηρεμήσω και να αφεθώ πάλι σε αυτή τη γλυκιά γαλήνη της φαντασίας οπότε αναγκάζομαι να επανέλθω στον-όπως τον αποκαλούν-πραγματικό κόσμο, δεν μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου αλλά δεν το προσπαθώ κιόλας, θέλω να ηρεμήσω για λίγο πριν αντιληφθώ τι με περιμένει εκεί έξω. Με κλειστά μάτια αρχίζω δειλά-δειλά να ξανακερδίζω τις αισθήσεις μου μία προς μία, τελευταία έρχεται η αφή βγάζοντας με ολοκληρωτικά από την άλλη πραγματικότητα και προσγειώνοντας με με δύναμη στο κρεβάτι μου. Ο πόνος σε όλο μου το σώμα επανήλθε πλήρως τώρα και δυστυχώς μπορώ να τον αντιληφθώ σε πλήρη λειτουργία καθώς μου τρώει αργά τα σωθικά και την θέληση μου για συνέχεια και ζωή. Με δυσκολία ανοίγω τα μάτια μου για να παρατηρήσω αν όντως βρίσκομαι εκεί που νομίζω… «Ναι» σκέφτομαι, «αυτό το άθλιο νοσοκομείο ακόμα να γκρεμιστεί μαζί μου να ησυχάσω…»
«Δε βαριέσαι… πόσο να είμαι ακόμα εδώ; Δύο μήνες; Άντε πες τρείς… θα αντέξω»
Στο παράθυρο στα δεξιά μου ο ήλιος προσπαθεί μάταια να φωτίσει τον σκοτεινό νυχτερινό ουρανό και το αποτέλεσμα της προσπάθειάς του είναι μια απαλή μπλε απόχρωση στη μέχρι τότε μαύρη και απόμακρη όψη της νύχτας προάγγελος της επερχόμενης φωτεινής αυγής. Ο τοίχος απέναντι μου στέκει όπως πάντα εκεί… ακίνητος και χωρίς τίποτα πάνω του έτσι ώστε να τον ομορφαίνει, ένας άδειος, λευκός, παλιότοιχος που τόσες φορές που δεν είχα τίποτα να κάνω τον κοίταζα επί ώρες, τον κοίταζα και έβλεπα μαζί του και την ζωή μου να μένει έτσι… στάσιμη και λευκή… χωρίς τίποτα πάνω της να την ομορφαίνει…
Μόνο αυτές οι εικόνες ήταν πάντα εκεί, μαζί μου, να μου κρατάνε συντροφιά τα βράδια που δεν μπορούσα να κοιμηθώ, αυτές ήταν τα πινέλα και το καβαλέτο μου… και ο τοίχος ο καμβάς μου…
Τα κρεβάτια των υπολοίπων πάντα εκεί, στέκουν ακίνητα και ασάλευτα σαν φέρετρα που περιμένουν τους ιδιοκτήτες τους να κοιμηθούν για πάντα πάνω τους έναν αιώνιο, ατάραχο και ήρεμο ύπνο. Ναι… όλα ήταν όπως τα άφηνα κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, όλα τόσο μουντά και απαράλλακτα, καμία αλλαγή, καμία κίνηση, σαν να περίμεναν όλοι μαζικά με κομμένη την ανάσα να γίνει κάτι συνταρακτικό που όσο πήγαινε και αργούσε και όσο πήγαινε η αγωνία μεγάλωνε, όλοι τους κοιμούνταν τόσο βουβά, τόσο μακάβρια.
Κοίταξα τα χέρια μου… μπάσταρδοι… με είχαν δέσει στο κρεβάτι μου και με είχαν υπό παρακολούθηση γιατί είχα λέει αυτοκτονικές τάσεις και μπορεί να έβλαπτα πολύ σοβαρά τον εαυτό μου… «δεν πάμε καλά» ψέλλισα με όση δύναμη μου χε μείνει, άκου «μπορεί να έβλαπτα πολύ σοβαρά τον εαυτό μου»… συγνώμη για αυτόν ακριβώς τον λόγο ήμουν εδώ, γι αυτόν ακριβώς τον λόγο τώρα έχω επιδέσμους στους καρπούς μου-οι οποίοι από ότι παρατηρώ έχουν γίνει πάλι κόκκινοι απ’το αίμα… «ε λογικά πάλι θα άνοιξαν οι πληγές» σκέφτομαι, «λες να μια τυχερός και αυτή τη φορά να μην το προσέξει κάνας γιατρός και να με αφήσουν επιτέλους στην ησυχία μου;»
Για λίγο χαίρομαι με αυτή την ιδέα αλλά απογοητεύομαι με μιας… κάθε φορά το ίδιο γίνεται και κάθε φορά κάποιος με προλαβαίνει, έτσι από τα πολλά πήγαινε-έλα στο χειρουργείο κόλλησα και λοίμωξη και τώρα πονάω και γι αυτό…
Αλλά παρατήρησα ότι αυτή τη φορά ο νοσοκόμος που χε βάρδια κανονικά δεν ήταν πλάι μου να δει τι κάνω… και το φώς στο διάδρομο ήταν σβηστό… όλα τα φώτα ήταν σβηστά, ανασηκώθηκα και κοίταξα γύρω μου, όλοι κοιμούνταν ήρεμοι «διακοπή ρεύματος θα ναι» σκέφτομαι από μέσα μου και πέφτω πάλι να κοιμηθώ…
Αλλά κάτι εκεί με δεν με άφηνε να κοιμηθώ.
Κάτι ήταν διαφορετικό και αυτό φαινόταν παντού, μπορούσα να το καταλάβω, πήγα να σηκωθώ αλλά καθηλώθηκα πάλι στο κρεβάτι μου λόγω αδυναμίας…
Ξάφνου απ’τον διάδρομο ακούγονται βήματα…
Αργά και ήρεμα βήματα…
Ο ήχος τους όλο και πλησίαζε, και πλησίαζε, και πλησίαζε… μέχρι που χάθηκε…
«Έ ξύπνα!» μια φωνή
Νόμισα πως γύρισα να δω από την μεριά που ακούστηκε αλλά τελικά παρατήρησα ότι μόλις σηκωνόμουν…
Δίπλα μου ήταν ένας σχετικά νέος άντρας γύρω στα τριανταπέντε με αρκετά ουδέτερα χαρακτηριστικά σχεδόν μετροσέξουαλ θα μπορούσε να πει κανείς , είχε ξανθό μακρύ μέχρι τον ώμο μαλλί και γαλανόλευκα μάτια-πράγμα πολύ περίεργο αλλά και μαγευτικό-και στο πρόσωπο του κυριαρχούσε ένα πολύ καλοσυνάτο και γλυκό γεμάτο σοφία ύφος. Φόραγε μία ρόμπα από αυτές του νοσοκομείου και δεν υπήρχε καρτελάκι στο στήθος του που να υποδεικνύει όνομα.
«Τι έγινε είδες κάποιο όνειρο;» με ρώτησε με την ήρεμη φωνή του
Δεν απάντησα απλά αρκέστηκα σε ένα νεύμα και γύρισα πλευρό αγνοώντας τον-ή προσπαθώντας τουλάχιστον.
Καθόμασταν κάμποση ώρα και δεν μιλάγαμε αλλά ήξερα πως με κοίταζε και μάλιστα πολύ έντονα, ένιωθα και έναν περίεργο πόνο στο στήθος όπως και ένα πολύ περίεργο συναίσθημα ευφορίας μαζί του... πρώτη φορά μου συνέβαινε κάτι τέτοιο…
Γύρισα και του μίλησα «Τι κάνεις εκεί; »Ρώτησα ξερά…
«Ά χαίρομαι που με ρώτησες επιτέλους!» απάντησε πρόσχαρα
«Ήρθα να σε δώ σήμερα… είμαι φίλος των γονιών σου-όπως και πολλών άλλων-και έμαθα πως αύριο θα πάρεις εξιτήριο οπότε αποφάσισα να σε πάρω να φύγουμε.» συνέχισε
«Μα καλά οι γονείς μου δεν πρέπει να δώσουν συγκατάθεση γι αυτό;» ρώτησα καχύποπτα
«Και δεν έχω μάθει τίποτα για εξιτήριο…»
Δίστασε για μια στιγμή-τουλάχιστον έτσι νομίζω- και συνέχισε
«Οι γονείς σου θέλουν το καλό σου… θα καταλάβουν έτσι και αλλιώς θα σε δουν στο τέλος»
Αυτή η τελευταία φράση λειτούργησε σαν ηρεμιστικό στην λογική μου και το δέχτηκα-δεν ξέρω και γω γιατί…
«Έλα…» ήταν η τελευταία φράση του καθώς μου έπιανε το χέρι…
Τα δεσμά μου είχαν λυθεί και μπορούσα να το σηκώσω για να τον ακολουθήσω… ένιωσα και πάλι αυτή τη μαγική δίνη που με συνεπαίρνει κάθε φορά λίγο πριν κοιμηθώ και ο κόσμος άρχισε πάλι να γίνεται πιο θολός… πιο απόμακρος… ένιωσα απίστευτη ενέργεια να με καταλύει και μετά το εγώ μου χωρίστηκε σε δυο μέρη, το ένα σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και άρχισε να περπατάει μαζί του ενώ εκείνος άνοιγε διάπλατα τα πανέμορφα κατάλευκα φτερά του, ενώ το άλλο κοιτούσε έξω από την εικόνα σαν παρατηρητής μέσα σε αυτό το συνονθύλευμα από εικόνες και ήχους που υπήρχαν γύρω μου και πέρναγαν σαν καρέ στο σινεμά… τόσο γρήγορα…
Ξάφνου καθώς κρατούσα το χέρι του τα πάντα γύρω μου άρχιζαν να χάνονται σιγά-σιγά και οι ήχο να είναι όλο και πιο απόμακροι, οι εικόνες όλο και πιο θαμπές… στο τέλος τα πάντα άρχισαν να γυρίζουν και να ακούω έναν ήχο να παίρνει τη θέση του παλιού… έναν ήχο πιο πραγματικό… και καθώς ζούσα και παρατηρούσα την ίδια στιγμή ένα φως πίσω μου που δεν είχα παρατηρήσει πριν άρχισε να τρεμοπαίζει… θαμπό στην αρχή… όλο και πιο φωτεινό μετά… η αγαλλίαση της αρχής άρχισε πάλι να με αγκαλιάζει…

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2008

Να γιατί οι γονείς έχουν άσπρα μαλλιά....(δεν είναι δικό μου αλλά αξίζει!)

Ένας πατέρας περνώντας από τη κρεβατοκάμαρα του γιου του έμεινε κατάπληκτος όταν είδε το κρεβάτι του ωραία στρωμένο και όλα τακτοποιημένα και καθαρά. Μετά είδε ένα φάκελο τοποθετημένο σε περίβλεπτη θέση στο μαξιλάρι. Όνομα παραλήπτη “Μπαμπάς”. Με το χειρότερο προαίσθημα, άνοιξε το φάκελο και διάβασε το γράμμα με τρεμάμενα χέρια:

Αγαπημένε μου πατέρα,
Με μεγάλη μου λύπη και θλίψη σου γράφω, γιατί κλέφτηκα με την καινούργια μου φιλενάδα και ήθελα έτσι να αποφύγω τη σύγκρουση με εσένα και τη μαμά. Έχω βρει το πραγματικό πάθος με την Τζίνα και είναι τόσο συμπαθητική.
Ήξερα ότι δεν θα την εγκρίνατε εξαιτίας των σκουλαρικιών στη μύτη και στη γλώσσα, των τατουάζ, των κολλητών δερμάτινων ρούχων μοτοσικλέτας αλλά και επειδή είναι αρκετά μεγαλύτερη μου.
Αλλά δεν είναι μόνο το πάθος, μπαμπά. Είναι έγκυος. Η Τζίνα λέει ότι θα είμαστε πολύ ευτυχισμένοι μαζί.
Έχει δικό της τροχόσπιτο και μένει στο δάσος. Έχει μαζέψει αρκετά καυσόξυλα για όλο το χειμώνα.
Ονειρευόμαστε να αποκτήσουμε πολλά παιδιά. Η Τζίνα μου άνοιξε τα μάτια, με έκανε να καταλάβω πως η μαριχουάνα δεν βλάπτει στην πραγματικότητα κανένα. Θα την καλλιεργούμε και θα την ανταλλάσσουμε με άλλα άτομα στη κοινότητα για όση κοκαΐνη και Ecstasy θέλουμε. Εντωμεταξύ θα προσευχόμαστε ώστε η επιστήμη να βρει τη θεραπεία για το AIDS και έτσι η Τζίνα να είναι καλύτερα, εξάλλου το αξίζει!
Μην ανησυχείς για εμένα μπαμπά, είμαι 15 χρονών και ξέρω να φροντίζω τον εαυτό μου. Κάποια μέρα, είμαι σίγουρος πως θα έρθουμε πίσω να σας επισκεφτούμε για να γνωρίσεις τα εγγόνια σου.

Ο Γιος σου,
Πιτ

Υ.Γ. Μπαμπά, τίποτα από τα προηγούμενα δεν είναι αλήθεια. Είμαι πέρα στο σπίτι του Νικ.
Απλά ήθελα να σου θυμίσω πως υπάρχουν χειρότερα πράγματα στη ζωή από τον έλεγχο που είναι στο συρτάρι του γραφείου μου.
Σ’ αγαπώ πολύ!
Πάρε με όταν θα είναι ασφαλές για μένα να γυρίσω σπίτι.

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2008

------just the truth-------

«Πρόσεχε παιδι μου!», μου λέει κάθε μέρα η μάνα μου πρίν φύγω από το σπίτι. Μέχρι ένα σημείο τη δούλευα. Όμως, ειλικρινά αυτή την περίοδο σκέφτομαι... Από τι να πρωτοπροστατευτώ; Και το κυριότερο: πώς να προστατευτώ;
Αν τα βάλουμε κάτω και τα υπολογίσουμε πρέπει:
§ να περπατάω σαν κουτσή και να κρύψω το ένα μου μάτι σαν τους πειρατές ώστε να μην γίνω πιθανός στόχος για εμπόρους οργάνων,
§ να φοράω κουρέλια, φούστα μέχρι τον αστράγαλο και ζιβάνγο μέσα στο κατακαλόκαιρο για να μη γίνω στόχος των ηδονοβλεψιών και του κάθε ανώμαλου που κυκλοφορεί,
§ να αποφεύγω τις ίδιες διαδρομές με τα πόδια γιατί αρπάνε ανυπεράσπιστα κορίτσια από το δρόμο,
§ να κρύβω το κινητό μου στην τσάντα μου, κι άν είναι δυνατό να μην το βγάζω έξω όσο είμαι στο δρόμο γιατί υπάρχουν μερικοί (ή αρκετοί) αλλοδαποί (εθνικότητες δε λέμε υπολήψεις δε θίγουμε) που κάθε μεσημέρι και βραδάκι αντί να παίρνουν τον υπνάκο τους γυρνάνε σε έρημα στενά μπάς και βρούν κανένα κακομοίρη να του κλέψουν το κινητό,
§ να μην παίρνω τσάντα μαζί μου για να μην προκαλλέσω κάποιον μηχανόβιο να τρέξει για να μου την κλέψει,
§ να γυρίσω στις παλιές μεθόδους, να βάζω τα χρήματα στο παπούτσι μου ή ακόμα και στο σουτιέν μου αρκεί να μην τα βρεί αυτός που θα με σταματήσει στο δρόμο με μια μπανάνα στην πλάτη μου,
§ να κοιτάω καχύποπτα κάθε αρσενικό και κάθε αθώα (φαινομενικά) γιαγιούλα που τύχει να με κοιτάξει παραπάνω απο 3 δευτερόλεπτα μια ή περισσότερες φορές,
§ να κάνω πως μιλάω με τη μαμά μου στο κινητό, ή ακόμα καλύτερα να φωνάζω στο δρόμο «ναι κι εγώ σε βλέπω αφού απέναντι είσαι!», όποτε μου αναβοσβήνουν τα φώτα ξηπασμένοι οδηγοί ή δώ ύποπτη παρεούλα ανδρών άνω των δύο ατόμων,
§ να τσεκάρω 4 φορές τον δρόμο πρίν περάσω, μήπως πεταχτεί κανένας τρελός απ’ τη γωνία χωρίς να κοιτάξει, μήπως έρθει με ιλλιγειώδη ταχύτητα από το αντίθετο ρεύμα κανένας επιδειξίας ή μήπως με πάρει παραμάζωμα κάποιο 16χρονο με το μηχανάκι του,
§ να μάθω kung fu, karate, tae kwon do, street fighting, bujikan(ή όπως στο διάολο το λένε) και όσα άλλα διαφημίζουν τα διάφορα γυμναστήρια ώστε να αισθάνομαι ασφαλής κάθε φορά που βγαίνω έξω αν και ξέρω πως αν μου επιτεθεί κάποιος με μαχαίρι θα ξεχάσω αυτόματα όλες τις κινήσεις αλά Matrix που έμαθα,
§ εν τέλει ρε παιδιά πρέπει να μη βγαίνω καθόλου από το σπίτι, αφού πλέον στη σύγχρονη μας κοινωνία είναι της μόδας οι serial killers. Άρα δε πα να ‘σαι κουτσή, στραβή, άσχημη, κοντή, στραβοκάνα, μοντέλο όλο και κάποιος θα θέλει να σε σκοτώσει. Τι τα ψάχνεις τώρα; Ο άλλος έχωσε τη γυναίκα του μέσα στο τσιμέντο κι ας είχαν και 2 παιδιά. Λές σ’ εσένα να κολώσει;

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2008

Σοφες αλήθειες που έχουν ειπωθεί...

"Ξέρω πως πιστεύετε ότι καταλάβατε αυτό που νομίζετε ότι είπα, αλλά δεν είμαι σίγουρη πως αντιλαμβάνεστε ότι αυτό που ακούσατε δεν ήταν αυτό που εννοούσα...."

"80% των ανδρών κερατώνουν στην Αμερική. Το υπόλοιπο 20% κερατώνει στην Ευρώπη"

"Επιτροπή: ενα σύνολο ανθρώπων που ο καθένας ξεχωριστά δεν μπορεί να κάνει τίποτα αλλά σαν ομάδα αποφασίζουν ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει"

Η οικογένεια μου - - - της Έλενας Ακρίτα

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ είναι μια πολύ αγαπημένη οικογένεια. Είναι ο αγαπημένος μου μπαμπάς, η αγαπημένη μου μαμά, ο αγαπημένος μου αδελφός και στον κάτω όροφο η αγαπημένη μου γιαγιά και ο αγαπημένος μου παππούς.Τον αγαπημένο μου μπαμπά δεν τον βλέπω ποτέ, γιατί φεύγει το πρωί για τη δουλειά και γυρίζει τα μεσάνυχτα. Δηλαδή κανονικά γυρίζει στις 7.00 μ.μ., αλλά κάνει και πέντε ώρες γύρω γύρω το τετράγωνο μέχρι να βρει να παρκάρει. Κι όταν έρχεται δεν είναι και πολύ χαρούμενος και καθόλου δεν μοιάζει με τους μπαμπάδες των διαφημίσεων που μπαίνουν μέσα με δωράκια και σοκολάτες και τα παιδιά πηδάνε στην αγκαλιά του κι αυτός γελάει και τα στριφογυρίζει ψηλά. Εμάς λέει: «Άι σιχτίρι, το κωλοκράτος μου μέσα» και βροντάει τα κλειδιά στο συρτάρι.Την αγαπημένη μου μαμά δεν τη βλέπω επίσης, γιατί κι αυτή δουλεύει αλλά έρχεται σπίτι με το λεωφορείο. Και μετά πλένει, σιδερώνει, σφουγγαρίζει, μαγειρεύει και βρίζει τον μπαμπά που δεν πήρε τυρί τριμμένο από το σούπερ μάρκετ. Και δεν μοιάζει καθόλου με τις μαμάδες των διαφημίσεων, γιατί δεν μαγειρεύει βαμμένη ούτε με ψηλοτάκουνα. Κι όταν λερώσουμε το μπλουζάκι με σοκολάτες δεν γελάει χαρούμενη που έχει το σωστό απορρυπαντικό, αλλά μας λέει: «Ε, βέβαια. Άμα έχετε τη δουλάρα.Άντε βγάλ΄ το, τελείωνε, ΤΕΛΕΙΩΝΕ λέμε, την τύχη μου που στραβώθηκα και τον παντρεύτηκα».Τον αγαπημένο μου αδελφό δεν τον βλέπω ποτέ, γιατί λείπουμε κι οι δυο στο σχολείο και μετά εκείνος πηγαίνει φροντιστήριο και μετά κλείνεται στο δωμάτιό του και μετά ανοίγει το κομπιούτερ του και μετά ψάχνει γυμνές κυρίες και μετά τις βρίσκει και μετά χαίρεται. Ο μπαμπάς μου, η μαμά μου, ο αδελφός μου κι εγώ είμαστε μια πολύ αγαπημένη οικογένεια και κάθε Κυριακή μεσημέρι κάνουμε ένα πολύ αγαπημένο οικογενειακό τραπέζι κι εκεί έχουμε όλο τον χρόνο να τσακωθούμε μεταξύ μας. Ο μπαμπάς μαλώνει τον αδελφό μου που δεν διαβάζει αρκετά και μετά μαλώνει εμένα που δεν τα τρώω τα παντζάρια. Και μετά η μαμά μαλώνει τον μπαμπά μου γιατί μας μαλώνει, γιατί είναι «αντιπαιδαγωγικό» λέει. Και μετά η μαμά μου μαλώνει τον αδελφό μου που πετάει τα μποξεράκια του στη μοκέτα κι έχει και τη μέση της και μετά μαλώνει εμένα που θέλω να μου πάρουνε κινητό.Και μου λέει: «Έκανε κι η μύγα κώλο και ζητάει κινητό». Κι εγώ της λέω: «Η Ευαγγελία γιατί έχει κινητό που είναι και 27 μέρες μικρότερη;». Κι η μαμά μου μού λέει: «Δεν με νοιάζει τι κάνει η Ευαγγελία, εμένα με νοιάζει τι κάνει το δικό μου το παιδί». Και φωνάζει και ο μπαμπάς τής λέει: «Τώρα που ουρλιάζεις εσύ, δεν είναι αντιπαιδαγωγικό;» Κι η μαμά τού λέει: «Δεν ουρλιάζω, συζήτηση κάνουμε». Κι ο μπαμπάς μου της λέει: «Ναι, έχεις δίκιο. Μπορεί στο ισόγειο να μη σε άκουσαν». Κι η μαμά του λέει: «Έχε χάρη που είναι τα παιδιά, αλλιώς θα σου ΄λεγα τώρα». Και δεν του λέει.ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΚΑΝΕΝΑΣ δεν μιλάει για πολλή ώρα. Κι ακούγονται μόνο τα πιρούνια, τα μαχαίρια κι ο αδελφός μου που κάνει κλάπα κλούπα με τη γλώσσα του. Κι η μαμά τού λέει: «Δεν μπορείς να φας σαν άνθρωπος;» Κι ο αδελφός μου της λέει: «Σαν άνθρωπος τρώω». Κι η μαμά μου του λέει:«Θα σε καλέσουνε σε κάνα σπίτι, ρεζίλι θα γίνουμε». Κι ο μπαμπάς μου της λέει: «Μπορείς να σταματήσεις μία στιγμή, ΜΙΑ, Μ-Ι-Α, αυτό το μπουρ μπουρ μπουρ, μες στ΄ αυτί μου. Έλεος δηλαδή, ΕΛΕΟΣ, Ε-Λ-Ε-Ο-Σ!». Κι η μαμά μου λέει: «Δεν φτάνει που έχω γίνει χίλια κομμάτια να σας υπηρετώ όλους εδώ μέσα, μια καλή κουβέντα να ακούσω, ΜΙΑ, Μ-Ι-Α». Κι ο μπαμπάς μου της λέει: «Έριξες πολύ αλάτι, λύσσα το ΄κανες». Κι η μαμά τού λέει: «Ορίστε, εκεί που μας χρωστάγανε, μας πήραν και το βόδι». Κι εγώ ρωτάω: «Πότε είχαμε βόδι και μας το πήρανε;». Κι ο αδελφός μου μού λέει: «Είσαι μαλακισμένο». Κι εγώ βάζω τα κλάματα και λέω: «Με λέει μαλακισμένο». Κι ο μπαμπάς μου του λέει: «Μη λες την αδελφή σου μαλακισμένο». Κι ο αδελφός μου λέει: «Αφού είναι;» Κι η μαμά μου λέει: «Και δεν θέλω να ακούω τέτοιες λέξεις εδώ μέσα». Κι ο αδελφός μου της λέει: «Όταν τις λέει ο μπαμπάς είναι καλά;». Κι η μαμά μου λέει στον μπαμπά μου: «Ορίστε, είδες το παράδειγμα που δίνεις στα ίδια σου τα παιδιά». Κι ο μπαμπάς μου λέει: «Μια μπουκιά δεν μπορούμε να φαρμακώσουμε σ΄ αυτό το σπίτι, ΜΙΑ, Μ-Ι-Α». Κι η μαμά μου του λέει: «Τι μπουκιά, εσύ δεν είπες είναι λύσσα; Κι άμα δεν σ΄ αρέσει, να πας να σου μαγειρεύει η Βιβή». Κι εγώ λέω: «Ποια είναι η Βιβή». Κι η μαμά λέει: «Ποια είναι η Βιβή, Μανώλη; Πες στο παιδί σου, στο σπλάχνο σου, στην κόρη σου ποια είναι η Βιβή, Μανώλη». Κι ο πατέρας μου λέει: «Η κυρία Βιβή είναι μια εξαίρετη συνάδελφος κι η μάνα σας είναι μια τρελή γυναίκα». Κι η μαμά λέει:«Γι΄ αυτό γυρίζουμε μεσάνυχτα, Μανώλη; Επειδή η Βιβή είναι μια εξαίρετη συνάδελφος, Μανώλη;». Κι ο μπαμπάς λέει: «Γυρίζουμε μεσάνυχτα, διότι τα μεσάνυχτα βρίσκουμε να παρκάρουμε. Άντε να δούμε πού θα φτάσει ο πληθωρισμός πια». Κι η μαμά μου του λέει: «Έχε χάρη που είναι τα παιδιά, αλλιώς σου ΄λεγα εγώ». Κι ο μπαμπάς της λέει: «Τι θα μου ΄λεγες εσύ;». Κι η μαμά του λέει: «Το δισάκι μου στον ώμο, για τον δρόμο, για τον δρόμο, αυτό θα σου ΄λεγα εγώ». Κι εγώ λέω: «Έγιν΄ η βροχή χαλάζι, δεν με νοιάζει, δεν με νοιάζειειειειει». Κι ο μπαμπάς κι η μαμά μού λένε: «ΣΤΑΜΑΤΑ!!!» και σταματάω.ΚΑΙ ΠΕΦΤΕΙ ΠΑΛΙ μια σιωπή, ντράγκα ντούγκα τα πιρούνια. Κι ο αδελφός μου λέει: «Έφαγα, πάω μέσα». Κι ο μπαμπάς μου του λέει: «Δεν έχει να πας πουθενά. Τώρα τρώμε όλοι μαζί σαν οικογένεια». Κι η μαμά μου του λέει: «Έχει δίκιο ο πατέρας σου, να κάτσεις εκεί που κάθεσαι».Και καθόμαστε όλοι εκεί που καθόμαστε.